Μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης του κλάδου, λόγω των προβλημάτων που παρουσιάζουν τα κρατικά νοσοκομεία. Οι «επιθετικές» κινήσεις των εταιρειών και η προσπάθεια χαμηλότερων εισοδημάτων.

«Αν δεν μπορεί η Πολιτεία, όπως θα έπρεπε, να δώσει κίνητρα προκειμένου οι Έλληνες πολίτες να αποκτήσουν πρόσβαση σε υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας, τουλάχιστον ας άρει τα υπάρχοντα αντικίνητρα», δήλωσε ο νέος πρόεδρος της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος Δημήτρης Μαζαράκης, συμπληρώνοντας: «Ο τομέας της υγείας έχει απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξης με βάση την αρχή της συμπληρωματικότητας, με συμπράξεις ιδιωτικού και δημόσιου τομέα (ΣΔΙΤ), με τη δημιουργία και εφαρμογή κοινών ιατρικών πρωτοκόλλων, με την άρση αντικινήτρων (βλέπε φόρο ασφαλίστρων 15%), ενέργειες που θα οδηγήσουν στην αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος υγείας, στην πάταξη της διαφθοράς, άρα και στη σημαντική μείωση του κόστους για τον πολίτη».

Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι απόψεις των παραγόντων του κλάδου της ιδιωτικής υγείας, οι οποίοι πέρα από τον φόρο 15% επί των ασφαλίστρων υγείας, επισημαίνουν και τον συντελεστή ΦΠΑ 24% που επιβαρύνει την ιδιωτική υγεία.

«Το κράτος, από τη μια πλευρά, δεν προσφέρει τις απαιτούμενες υπηρεσίες υγείας στους πολίτες του μέσα από το δημόσιο σύστημα και από την άλλη, υπερφορολογεί όσους κατευθύνονται άμεσα ή έμμεσα (μέσω ασφαλιστικών εταιρειών) στον ιδιωτικό τομέα. Η υγεία όμως είναι είδος ανάγκης και όχι αγαθό πολυτελείας.

Πέραν αυτού, ένας τόσο υψηλός συντελεστής ΦΠΑ δυσκολεύει υπέρμετρα τις ελληνικές κλινικές να δραστηριοποιηθούν στο πεδίο του ιατρικού τουρισμού. Πώς να ανταγωνιστείς κλινικές άλλων χωρών, που στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από τις κυβερνήσεις τους;» αναρωτιέται γνωστό στέλεχος της αγοράς.

Πάντως, η προϋπάρχουσα δυσχερής κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, καθώς:

Πρώτον, η μείωση των διαθέσιμων εισοδημάτων των νοικοκυριών έχει οδηγήσει ένα σημαντικό τμήμα των ασθενών στις «ουρές» των κρατικών νοσοκομείων, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος της ιδιωτικής υγείας. Εκτιμάται ότι η ζήτηση για τα κρατικά νοσοκομεία έχει αυξηθεί κατά 30%. Οι επιπτώσεις της κρίσης εμφανίζονται εντονότερες στις κλινικές της περιφέρειας.

Δεύτερον, το επίπεδο των προσφερόμενων υπηρεσιών στα κρατικά νοσοκομεία έχει επιδεινωθεί και ουσιαστικά το κράτος έχει αποσυρθεί από το πεδίο των πρωτοβάθμιων υπηρεσιών (διαγνωστικά κέντρα) και

τρίτον, παρά το γεγονός ότι η ασφαλιστική παραγωγή του κλάδου υγείας αυξάνεται με διψήφιο ετήσιο ποσοστό κατά την τελευταία πενταετία, εκτιμάται πως μόλις το 11% των Ελλήνων πολιτών διαθέτει ασφαλιστήρια συμβόλαια υγείας. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι εταιρείες επιχειρούν μέσα από προϊόντα χαμηλότερων τιμολογίων (π.χ. πακέτα με βασικές μόνο καλύψεις, ή αποζημίωση για δαπάνες που υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο ποσό) να προσελκύσουν και άτομα χαμηλών εισοδημάτων.

Δεν είναι τυχαίο ότι παράγοντες της ασφαλιστικής αγοράς θεωρούν πως υπάρχουν πολύ μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης στον κλάδο και παρακινούν τα δίκτυά τους σε «επιθετικότερη» ενημέρωση των υποψήφιων πελατών τους.

«Μέσα σ’ αυτό το 89% των συμπολιτών μας που δεν έχει συμβόλαιο υγείας, βρίσκονται πολλά άτομα που είναι ακάλυπτα επειδή οφείλουν στα συνταξιοδοτικά τους Ταμεία, ή επειδή είναι μακροπρόθεσμα άνεργα, ή τέλος επειδή έχουν χαμηλά εισοδήματα. Ωστόσο, αυτές είναι οι κατηγορίες των ατόμων που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από τους υπόλοιπους τα ασφαλιστικά πακέτα υγείας».

Με βασικό στόχο άλλωστε το ίδιο κοινό του 89%, ο Σύνδεσμος Ιδιωτικών Κλινικών Ελλάδας (ΣΙΚΕ, εκπροσωπεί μικρές και μεσαίες μονάδες υγείας απ’ όλες τις γεωγραφικές περιφέρειες της χώρας) εξέδωσε πρόσφατα την κάρτα υγείας «Free Clinic» και πολύ πιθανόν να προχωρήσει και σε δεύτερη κίνηση εντός του 2017.

Βέβαια, όλες αυτές οι προσπάθειες προσκρούουν στο ολοένα και χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών, με παράγοντα της ασφαλιστικής αγοράς να δηλώνει στο Euro2day.gr:

«Το θετικό για εμάς είναι ότι οι πολίτες πλέον αντιλαμβάνονται ολοένα και περισσότερο ότι δεν μπορούν να στηρίζονται στο κράτος προκειμένου να έχουν αξιοπρεπείς συντάξεις και ικανοποιητικές παροχές υγείας.
Από εκεί και πέρα, όμως, αρχίζουν τα προβλήματα. Ένας εργαζόμενος θα πρέπει να εισπράττει χρήματα και αυτά να επαρκούν για τη διαβίωση της οικογένειάς του, για την κάλυψη των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων της χώρας (βλέπε φόροι), αλλά και για την αποταμίευση προκειμένου να αποκτήσει αξιοπρεπή σύνταξη και ικανοποιητική υγεία. Επί του παρόντος, σε μια τέτοια γενικότερη οικονομική κατάσταση, δεν μπορούν να γίνουν όλα αυτά μαζί.

Χρειάζεται ωστόσο να πείσουμε τους πελάτες μας ότι θα πρέπει να μεταφέρουν πόρους από την κατανάλωση προς την ασφαλιστική βιομηχανία και αυτό γιατί είναι προς το δικό τους συμφέρον και όχι μόνο προς το δικό μας».

Πηγή: Euro2day.gr

Leave a comment